από admin | Οκτ 27, 2026 | EDITORIALS
Από την αρχαία Ρώμη μέχρι τις σύγχρονες κοινωνίες, η εξουσία αλλάζει χέρια, τα πολιτεύματα εναλλάσσονται, τα μέσα εξελίσσονται, αλλά ορισμένες πρακτικές παραμένουν εντυπωσιακά ίδιες. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος παραμένει εντυπωσιακά ίδιος.
Η φράση «Άρτος και θεάματα» προέρχεται από τη λατινική έκφραση Panem et circenses, που σημαίνει ό,τι ακριβώς και στα ελληνικά. Τη συναντάμε στο έργο του Ρωμαίου σατιρικού ποιητή Ιουβενάλη, ο οποίος, στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., στηλίτευσε μια κοινωνία που αρκούνταν στη δωρεάν παροχή τροφής και στα δημόσια θεάματα, αντί να ενδιαφέρεται ενεργά για τη δημόσια ζωή και την πολιτική.
Άρτος είναι η κάλυψη των βασικών αναγκών, οι παροχές, τα επιδόματα και οι οικονομικές διευκολύνσεις.
Θεάματα είναι οι εκδηλώσεις, οι γιορτές, οι αθλητικές διοργανώσεις αλλά και οτιδήποτε άλλο μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του κοινού από την πολιτική πραγματικότητα: σκάνδαλα, απάτες ολκής, δολοφονίες, πιπεράτες ιστορίες…
Ο άρτος και τα θεάματα, λοιπόν, χρησιμοποιούνται διαχρονικά ως παραπέτασμα που κρύβει έντεχνα όσα συζητούν, αποφασίζουν και πράττουν οι πολιτικοί κεκλεισμένων των θυρών. Ο κόσμος χειραγωγείται με τέτοιον τρόπο, ώστε η συμμετοχή του στα κοινά να περιορίζεται στο χειροκρότημα ή στο γιουχάισμα. Πάντα εκ των υστέρων.
Και μέσα στην παραζάλη της αδιάκοπης και συχνά άσχετης πληροφορίας, αμελεί να αξιολογήσει αυτούς που τον διοικούν και τις αποφάσεις που επηρεάζουν ουσιαστικά τη ζωή του.
Ακόμα και σε τοπικό επίπεδο, μια Περιφέρεια ή ένας Δήμος μπορεί να διοργανώνει όλο τον χρόνο διάφορες φαντασμαγορικές εκδηλώσεις. Μπορεί να κάνει πανηγυρικές εξαγγελίες για έργα που θα γίνουν κάποτε και να πετάει πυροτεχνήματα για το παραμικρό.
Μπορεί να ανεβάζει ολημερίς και ολονυχτίς φωτογραφίες, βίντεο, αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα και δελτία Τύπου που παρουσιάζουν μια πόλη πανέμορφη, γεμάτη ζωή, και μια τοπική αρχή πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Έτοιμη να φωτογραφηθεί για κάθε περίσταση.
Εντάξει, όλα αυτά είναι θεμιτά. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις έχουν τη θέση τους στην πόλη, προσφέρουν ψυχαγωγία και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η βιτρίνα κινδυνεύει να υποκαταστήσει το ίδιο το «κατάστημα». Όταν συνηθίζουμε να κρίνουμε την εξουσία με όρους θεάματος.
Και το κυριότερο: ο πολίτης είναι εκείνος που, άμεσα ή έμμεσα, χρηματοδοτεί όλα αυτά και δικαιούται να απαιτεί υπηρεσίες και υποδομές που να καλύπτουν τις ανάγκες του. Η ευθύνη για την υλοποίηση των έργων ανήκει σε εκείνους που εκλέγονται για να διοικήσουν. Όμως η ενημέρωση και ο έλεγχος από την πλευρά των πολιτών είναι εξίσου απαραίτητα. Γιατί κι οι «άρχοντες» άνθρωποι είναι και ξεχνιούνται…
Η δημοκρατία απαιτεί λοιπόν καθημερινή συμμετοχή από τους πολίτες. Όχι απλούς θεατές που τρώνε ψωμάκι χαζεύοντας. Κι ύστερα αναρωτιούνται τι φταίει και πάνε όλα κατά διαόλου…
από admin | Οκτ 3, 2026 | EDITORIALS
Μόλις τελείωσε η ανάπλαση της Ομήρου, η πρώτη μου σκέψη ήταν: Τι στο καλό άλλαξε μετά από τόσα χρόνια αναμονής, εξόδων και ταλαιπωρίας; Χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός για να συνειδητοποιήσω πόσο είχε ομορφύνει. Και κυρίως ότι είχε μεταμορφωθεί σε έναν δρόμο που εξυπηρετούσε περισσότερο τους ανθρώπους και λιγότερο τα αυτοκίνητα.
Οι πεζόδρομοι και οι δρόμοι ήπιας κυκλοφορίας δεν είναι πολυτέλεια. Τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά. Η καθαριότητα, η πρόβλεψη για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται, τα μεγάλα πεζοδρόμια όπου μπορείς να περπατάς χωρίς να συνωστίζεσαι, δεν είναι λεπτομέρειες.
Η Νέα Σμύρνη έχει σίγουρα πολλά που αξίζουν και που γοητεύουν τόσο τους νυν όσο και τους επίδοξους κατοίκους της: τις πλατείες της, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την ιστορία της, την αγορά, τη διασκέδαση, την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της.
Τα σχολεία της όμως; Τα παιδιά μιας πόλης είναι το πιο σοβαρό της δημόσιο έργο. Η ανακύκλωση, η καθαριότητα; Πρέπει να λειτουργούν καθημερινά σωστά. Η αίσθηση της ασφάλειας; Δεν αρκούν οι εκδηλώσεις, τα εγκαίνια και οι υποσχέσεις. Είναι απαραίτητες οι συνεχείς μικρές και μεγάλες διευθετήσεις που κάνουν μια πόλη βιώσιμη.
Η Νέα Σμύρνη ήταν κάποτε μια κηπούπολη. Σήμερα είναι μια πόλη με χιλιάδες κατοίκους από όλες τις άκρες της Ελλάδας και του κόσμου ολόκληρου. Έχει γεμίσει πολυκατοικίες, κίνηση ολημερίς και ολονυχτίς και μια ακριβή, πολύβουη αγορά.
Δεν έχει σημασία ποια Νέα Σμύρνη θυμόμαστε και νοσταλγούμε. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο. Ούτε είναι αυτό το ζητούμενο. Το ερώτημα είναι ποια Νέα Σμύρνη θέλουμε να δημιουργήσουμε από εδώ και πέρα.
Θέλουμε μια ευχάριστη πόλη που να λειτουργεί. Όχι τέλεια. Ανθρώπινα. Και κυρίως να παραμείνει αυτό που πάντα ήταν στον πυρήνα της: γειτονιά. Γιατί αυτό ήταν ανέκαθεν το μεγαλύτερο κεφάλαιό της. Να μπορείς να γνωρίζεις τον διπλανό σου. Να συναντάς ανθρώπους στον δρόμο. Να συζητάς. Να ζεις· έξω από τις πολυκατοικίες.
Η κηπούπολη χάθηκε ανεπιστρεπτί. Τον τρόπο ζωής, όμως, που οραματίστηκαν όσοι έχτισαν την πόλη τούτη, μπορούμε να τον κρατήσουμε.
Αλεξία Ηλιάδου
από admin | Ιούν 2, 2026 | EDITORIALS, ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ
Όταν ήμουν μικρή, περνούσα όλα τα καλοκαίρια μου στο εξοχικό μας· φεύγαμε Ιούνιο και γυρνούσαμε τέλη Αυγούστου για να πάμε εμείς τα παιδιά σχολείο. Όταν όμως έφτασα 13 ετών, καλοκαίρι πρώτης προς δευτέρα Γυμνασίου αποφάσισα να κάτσω ολόκληρο το καλοκαίρι στην Αθήνα για να κάνω εντατικά μαθήματα Αγγλικών.
Πήγαινα στον «Όμηρο» πάνω στην κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης. Παλιά δεν υπήρχαν τόσο πολλά φροντιστήρια έτσι κι αλλιώς, αλλά ο «Όμηρος» ήταν το πιο κεντρικό, το πιο οργανωμένο, το πιο καλό. Ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Τάκης Τσακίρης, ακόμα με θυμάται από τότε…
Διάβαζα λοιπόν καθημερινά μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, στην πίσω βεράντα του σπιτιού μας ακούγοντας τα πουλάκια, τα τζιτζίκια και τον τότε λεγόμενο «Αμερικάνο», τον ραδιοφωνικό σταθμό της Αμερικανικής Βάσης στο Κάτω Σούλι, ώστε να ακούω αγγλικά.
Τα πουλάκια έχω ακόμα την ευτυχία να τα ακούω, γιατί έχει ξεμείνει πίσω παραδόξως μια παλιά μονοκατοικία και μαζί της ένα τεράστιο δέντρο όπου φωλιάζουν όλα αυτά τα χρόνια εκατοντάδες πουλιά. Τρέμω την ώρα και τη στιγμή που θα μπουν οι μπουλντόζες να γκρεμίσουν το σπίτι, να ξεριζώσουν το τεράστιο δέντρο που πιάνει 3 πολυκατοικίες και να διώξουν τα πουλιά που ακόμα κελαηδούν μες στην πόλη…
Για το σπίτι δεν είχα κλειδιά, οι γονείς μου μού άφηναν απλώς ανοιχτή την πόρτα…
Εκείνο ήταν λοιπόν το πρώτο μου καλοκαίρι στην πόλη… Summer in the city… Το θυμάμαι με απεριόριστη γλύκα. Βρήκα 2 παιδιά από το φροντιστήριο και κάναμε παρέα, αράζαμε στο Παλούκι, βλέπαμε ό,τι ταινία ερχόταν στην τότε «Έλση», εκεί που σήμερα είναι το εμπορικό κέντρο στην Ομήρου.
Παίρναμε από δίπλα – από το παλιό ζαχαροπλαστείο του Τσιάπη, εκεί που είναι σήμερα τα καλλυντικά Mac -, παγωτό μηχανής, μόλις είχε πρωτοεμφανιστεί στην Ελλάδα, και έπεφτε γιρλαντωτό και λαχταριστό, κρέμα-σοκολάτα. Πηγαίναμε όμως και στο Φιλίπ και στο Σπόρτινγκ, καταναλώναμε μανιωδώς κάθε είδους ταινία.
Κάναμε ατελείωτες βόλτες στο Άλσος. Πήγα τότε για πρώτη φορά και στο Φεστιβάλ του Ρήγα, όπου πρωτάκουσα τους Φατμέ του νεαρού ακόμα Νεοσμυρνιώτη Νίκου Πορτακάλογλου.
Στα ραντεβού δεν έχω ιδέα πώς βρισκόμασταν τότε χωρίς κινητά… Αν κάποιος αργούσε ή του τύχαινε κάτι, απλώς περιμέναμε να έρθει ή φεύγαμε…
Η πλατεία δεν ήταν πεζόδρομος, και η πλατεία Καρύλλου ήταν ένα άδειο οικόπεδο με χώμα, όπου ερχόταν κάθε καλοκαίρι και στηνόταν ένα μικρό Λούνα Παρκ. Παίζαμε και καμιά σκοποβολή μπροστά από το προποτζίδικο του Διφωνή… Πηγαίναμε και στον Άδωνι και στον Γαλαξία, που ήταν τότε καφετέρια, για να πιούμε μιλκ-σέικ ή παγωτό με σόδα -ήταν πολύ της μόδας τότε αυτό!
Κι όταν έβρεχε μαζευόμασταν κάτω από τον «κακόφημο» τότε «Μπούρμπουλα», το χτιστό υπόστεγο της πλατείας στην Βενιζέλου, απ’ όπου πέρναγε κάθε λίγο και λιγάκι η Αστυνομία και μάζευε τη νεολαία για να μας πάει για εξακρίβωση στοιχείων στο Αστυνομικό Τμήμα, που ήταν κι αυτό τότε στην Πλατεία, δίπλα στον Άδωνι.
Και παραδίπλα ήταν ένα μικρό μαγαζί με τα πρώτα τότε ηλεκτρονικά, όπου παίζαμε με τις ώρες Pacman και φλιπεράκια. Καμιά φορά πηγαίναμε και στα μπιλιάρδα του Γκάτση, στον όροφο πάνω από εκεί που είναι σήμερα το Marks & Spencer, κι από κάτω είχε ο ίδιος βενζινάδικο και ένα συνεργείο γεμάτο Jaguar. Με μια τέτοια, σε βαθύ πράσινο χρώμα, πήγα πολύ αργότερα νύφη στην Αγία Φωτεινή…
Κι ύστερα σιγά-σιγά, απλώς τους γνώρισα όλους… Πέρναγα από την Πλατεία και έλεγα χίλια «Γεια». Γνώριζα ήδη τους γείτονες, γνώριζα τα παιδιά τους, παίζαμε έτσι κι αλλιώς από μικρά μαζί στους δρόμους της γειτονιάς, γνώριζα τους καταστηματάρχες, γνώριζα ακόμα και τους αστυνομικούς, όπως ήδη σας εξομολογήθηκα…
Γιατί η Νέα Σμύρνη ήταν τότε απλά χωριό. Κι ακόμα είναι λίγο για όποιον κυκλοφορεί…
Αλεξία Ηλιάδου